| A Place to Bury Strangers | Worship |
Anti-Flag |
The General Strike |
The Babies |
Our House on the Hill |
Beach House |
Bloom |
Bokomolech |
Mass Volture |
Cloud Nothings |
Attack on Memory |
Dinosaur Jr |
I Bet on Sky |
Disappears |
Pre Language |
The Men |
Open your Heart |
NoFX |
Self/Entitled |
Lee Ranaldo |
Between the Times and the Tides |
Ringo Deathstarr |
Mauve |
Seapony |
Falling |
Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012
Μουσικο Διαλειμμα: Τα καλυτερα αλμπουμ του 2012 (αλφαβητικά)
Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012
Κεφάλαιο Θ' (Σίβα)
Ανοιγω
τα ματια ενοχλημενος. Στο δώμα μπαινει
ενα αμυδρο φως απο τη λαμπα της ΔΕΗ. Οι
γρυλιες κανουν το σωμα της ασπρομαυρο
ριγέ. Συνηθιζω το μισοσκοταδο. Φοραει
μόνο το γνωριμο αυστηρο υφος και το
εσώρουχό της. Θελω να την αγγιξω αλλά
συνειδητοποιω οτι τα χερια μου ειναι
δεμενα. Ενας ενδιαφερων τρομος με
κυριευει. Σκυβει επανω μου. Τα μαλλια
της με χαϊδευουν και το στηθος της
κρεμεται μπροστα στο πρόσωπό μου. Σχεδον
ακουμπαει με αυτο τα χειλη μου. Ανοιγω
το στομα μου. Με χαστουκιζει δυνατα στο
μαγουλο και τραβιεται μακρυα. “Μονο
θα βλεπεις”, μου λεει. Ενα σχεδον παιδικο
βογγητο μου ξεφευγει. Χωνει τα δάχτυλά
της μεσα απ'το κιλοτακι της για λιγα
δευτερολεπτα δειχνοντας στιγμιαια ευαλωτη
και μετα τα βαζει βασανιστικά αργα
βαθεια στο στομα της, κοιτωντας με τα μεγαλα της ματια. Την θελω οπως την
θελησα την πρωτη φορά. Σκυβει ξανα, αυτη
τη φορα στο στηθος μου. Φιλαει και
γλειφει τη ρωγα μου. Τη δαγκωνει δυνατα.
Η καύλα μετατρεπεται σε πόνο ή το
αντιθετο. Ουρλιαζω τη στιγμη που χυνω.
Σηκωνεται και γελαει ενω απ'το στομα
της τρεχουν αιματα.
Ξυπναω
ιδρωμενο δεκαπενταχρονο μετα απο
ονειρωξη. Η ωρα ειναι δυο το μεσημερι,
η μερα και ο μηνας δεν ξερω. Κοιταζω τον
καθρεφτη και αισθανομαι την αναγκη να
συστηθω στον χιπη απέναντί μου. Τα
μαλλια μου ειναι μακρια και εχω μουσια.
“Θες κουρεμα”, θα ηταν η πρωτη της
κουβεντα αν μ'εβλεπε. Βρωμαω. Μπαινω
στο μπανιο σαν τις βιασμενες στις
ταινιες.
Ο
Σίβα που κανείς δεν ηξερε το πραγματικο
του ονομα, ειχε ψησει τον πατερα του
στην Ινδια να πουλησουν ο,τι ειχαν και
δεν ειχαν για να πληρωσει τον δουλεμπορο
που θα τον περναγε στην Ευρωπη. Για εφτα
χρονια περιπλανιοταν στο κεντρο της
Αθηνας κανοντας “δουλειες” για εργοδοτες
που δεν γνωρισε ποτέ. Τα τελευταια δυο
χρονια καταφερε και ανοιξε σαλόν ντε
κουαφίγ στα Πατησια. Αρχισε να στελνει
τα πρωτα χρηματα στον γέρο του, γεγονος
που του εδωσε το θαρρος να επικοινωνησει
και τηλεφωνικα μαζι του. Οι βλαστημιες
και οι καταρες που ακουστηκαν απο το
αλλο ακρο της γραμμης δεν μπορουν να
αποδωθουν. Σε γενικες γραμμες ομως ο
Σιβα καταλαβε οτι μολις με το καλο
επεστρεφε στην μακρινη πατριδα, ο πατερας
του θα του'κοβε το πεος του σε λεπτες
φετες, θα το εριχνε στο τηγανι και θα
του το προσφερε να το φαει με καθε
επισημοτητα για να γιορτασουν τη μεγαλη
επιστροφη.
-Το
γκνωστο? λεει ο Σίβα.
-Και
πιο κοντο ακομα, απανταω ξεφυλλιζοντας
το περιοδικο “Βυζάρες” που προοριζοταν
για να κανει την αναμονη των πελατων
εποικοδομητικα ευχαριστη.
-Σιβα,
εσυ που ξερεις απο ονειρα, τι σημαινει
αμα δεις αιμα στον υπνο σου?, ρωτησα
σοβαρα.
-Καποιος
κλεβει ντύναμη σου Τονι, ειπε ο Σιβα,
αλλά μεταξυ μας αυτα μαλακιες. Θεμα
ειναι μη δει αιμα στο ξυπνιο του.
-Εισαι
σωστος φιλε, λεω θαυμαζοντας το
μισοξυρισμενο μου κεφαλι στον καθρεφτη.
Θα μου ριξεις κι ενα ξυρισματακι ε?
-Οπως
παντα Τονι... Να αφησει μουσακι Μπλανκο?
-Ξυνεις
πληγες ατιμε Ινδέ αλλά ναι, να αφησει.
Γελασαμε
και οι δυο.
Ο κροτος ακουστηκε την ωρα που του δινα τα πεντε ευρω και συγκεκριμενα τη στιγμη που αναρωτιομουν αν πρεπει να του ζητησω αποδειξη για να συμβαλλω στη σωτηρία της πατριδας. Ολη η τζαμαρια εγινε μικρα μικρα κομματακια και κατεληξε στο πατωμα και στο πεζοδρομιο. Επειτα μπηκαν μεσα πεντε κοθωνια με κρανη και μαυρες μπλουζες και αρχισαν να βριζουν τον Σίβα που προσπαθουσε με απεγνωσμενες κινησεις των χεριων του να αποτρεψει μεγαλυτερο κακο. Οι δυο χτυπανε με ροπαλα των Σίβα και οι υπολοιποι βριζουν εμενα επειδη πηγα να κουρευτω σε “αλλοδαπο”. Με κολλανε στον παγκο και με κλωτσανε. Φοβαμαι πολυ χωρις να ποναω ιδιαιτερα αλλά ευτυχως υπαρχει και το ενστικτο. Καταφερνω και πιανω πισω απ την πλατη μου τη λεπιδα του ξυρισματος και με μια αποτομη κινηση την καρφωνω στην κοιλια του ενος φασιστα. Φανταζομαι το έκπληκτό του βλεμμα μεσα απ το κρανος του. Του το βγαζω και τον φωτογραφιζω με τα ματια μου. Ξερω οτι δεν θα τον ξεχασω ποτέ. Του παιρνω το ροπαλο πριν πεσει στο πατωμα και αφηνιασμενος κοπαναω οποιο γουρουνι βρισκεται κοντα μου. Παιρνουν τον τραυματια τους και φευγουν φωναζοντας και απειλωντας.
Καποιοι
περαστικοι κοντοστεκονται περιεργοι.
Οι περισσοτεροι περπατουν χωρις καν
να γυρισουν το κεφαλι τους προς το μερος
μας. Δεν υπαρχει τιποτα πιο επικινδυνο
απ'τους φιλησυχους πολιτες.
Ο
Σίβα αιμοφυρτος και ξαπλωμενος στο
πατωμα με κοιταζει εξαπολύοντας ενα
εκατομμυριο αναπαντητα “γιατι”. Απο
πανω του η σύντροφός του που στο μεταξυ
εχει βγει απ το πισω δωματιο, κλαιει με
τα δυο της χερια ψηλα να προσπαθουν να
αγγιξουν το θεο της.
Ειχες
δικιο φιλε, το θεμα ειναι να μη δεις αιμα
στο ξυπνιο σου.
Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012
Κεφάλαιο Η' (Το βέλο)
Τα
τελευταια 17 χρονια κανω την ιδια διαδρομη
καθημερινα με τον Ηλεκτρικο. Κατω
Πατήσια – Ομόνοια. Εργαζομαι σε ενα
παμπαλαιο κτηριο κοντα στην πλατεια
Κανιγγος και η δουλεια μου εχει να κάνει
με τις συνταξεις των δημοσιων υπαλληλων.
Διοριστηκα με αδιαφανεις διαδικασιες
οταν ημουν ακομα κοριτσακι κι ας μου
φαινεται σαν χθες. Το γυμνασιο ειχα
τελειωσει αλλά αυτα ηταν λεπτομερειες
τοτε για τον απλουστατο λογο οτι ο
πατερας ειχε ακρες στο κομμα.
Βλεπω
τον εαυτο μου στο γερασμενο προσωπο
καθε συναδελφου που ερχεται στο γραφειο
μου για να με παρακαλεσει να του σπρωξω
τη συνταξη, με το αζημιωτο φυσικα. Με
καποιους απ'αυτους εχω συνυπαρξει στις
διάφορες Υπηρεσιες που υπηρετησα πριν
ερθω εδω. Ολοι μα ολοι θα μου πουν το
ιδιο πραγμα: Σαν χθες θυμουνται τη μερα
που επιασαν δουλεια.
Η
Αθηνα ηταν ωραια παλιά. Κοιμομασταν με
τα παραθυρα ανοιχτα. Τωρα γυρναω σπιτι
και προσπαθω να μην πατησω τους ζήτουλες
που εχουν μπαστακωθει απο καθε γωνια
του πλανητη. Παρεξηγηθηκα στο γραφειο
που ειπα οτι θα ψηφισω Χρυση Αυγη αλλά
χεστηκα. Κατω απ'τη δουλεια σε ενα τοσο
κεντρικο σημειο της πολης οι αραπηδες
πουλανε ναρκωτικα στα παιδια μας! Τοσες
συναδελφοι εχουν πεσει θυματα επιθεσεων
στο σχολασμα μερα μεσημερι. Καμια μερα
θα μας καρφωσουν τη συριγγα στο μπρατσο
και θα κολλησουμε είτζ ή υπατιτιδα. Και
στο τρενο ακομα, καθε φορα που ακουω την
ανακοινωση απ τα μεγαφωνα να προσεχουμε
τα προσωπικα μας αντικειμενα, απο μεσα
μου βλαστημαω και σφιγγω την τσαντα
στην αγκαλια μου.
Ο
συναδελφος που ειμαστε στο ιδιο γραφειο
ηθελε να ακουει 902 αριστερα στα fm. Εγω
ηθελα να ακουω Τραγκα. Συμβιβαστηκαμε
να ακουμε Μελωδια. Και ετσι η εμμηνοπαυση
απεκτησε σάουντρακ Κατσιμιχαιους,
Μποφιλιου, Θηβαιο και Μονικα.
Η
μάνα μου ειχε πεθανει νεα και ουσιαστικα
με μεγαλωσε ο πατερας. Ενας ηρωας της
ζωης στον οποιο χρωσταω τα παντα. Του
το ανταπεδωσα με το παραπανω θυσιάζοντας
την προσωπικη μου ζωη. Πολλες φορες
εφτασα στα όριά μου ειδικα τα τελευταια
χρονια που το αλσχάιμερ εξελισσοταν
αδιστακτα. Δεν ειναι ο,τι καλυτερο ας
πουμε να γυρνας σπιτι και να τον βλεπεις
να περιφερεται με τις χουφτες του γεματες
σκατα...
Εννοειται
οτι δεν παντρευτηκα ποτέ. Δυο φορες που
εφτασα στο τσακ, ο απαραβατος όρος μου
να μεινει μαζι μας ο πατερας και η
αρνητικη αντιδραση των υποψηφιων συζυγων
απεδειξε οτι δεν αξιζε τον κοπο.
Εκεινο
το πρωι Δευτέρας, νυσταγμενη ακομα
διαβαζα στο αγαπημενο μου περιοδικο
ποικιλης υλης ενα αρθρο απ τον σημαντικοτερο
ισως αστρολογο της εποχης μας. Το
συγκεκριμενο σημειο με εκανε να σκεφτω
πολυ:
“Από
τα σαράντα περίπου, οι άνθρωποι πλήττονται
από ψυχοσωματικές εκφυλιστικές ασθένειες
(καρκίνους, καρδιαγγειακά, σακχαροδιαβήτη,
πίεση, κ.ά.), καθώς κι από πρόωρα γηρατειά.
Από κει και μετά, στην κυριολεξία
φυτοζωούν ως ζόμπι μέχρι και τη λήξη
τής συντομευμένης ζωής τους σχεδόν
νεκροί και τελικά (στην καλύτερη
περίπτωση) πεθαίνουν σακάτηδες μέσα σε
κάποιο νοσοκομείο ή κάπου αλλού κατάκοιτοι
και καταπονημένοι από τις λεγόμενες
εκφυλιστικές νόσους.
Κι
εδώ τίθενται τα απλά ερωτήματα: Αυτός
είναι τελικά ο προορισμός μας ως όντα;
Αυτή είναι η φύση μας, τα χρόνια, που μας
οφείλεται να ζήσουμε, το λεγόμενο ως
πεπρωμένο μας; Αυτό είναι το χρονικό
διάστημα ζωής, που μάς δίνει ο κατασκευαστής
μας, η Φύση; Να ζούμε και να πεθαίνουμε
νωρίς, άρρωστοι και κενοί?”
Την
ιδια μερα γυρνώντας με το τρενο απ τη
δουλεια, δεχτηκα τη χαριστικη βολή. Ενα
μαλακισμενο ξεκωλο σηκωθηκε απ τη θεση
του και μου την προσφερε. Της αρνηθηκα
με αγενεια αλλά η ζημια μεσα μου ειχε
ηδη γινει. Ημουν και επισημως γρια.
Περιπου
μια βδομαδα αργοτερα, μπαινοντας στο
σπιτι βρηκα τον πατερα νεκρο. Η πρόσβασή
του σε οτιδηποτε επικινδυνο για την
σωματικη του ακεραιοτητα ειχα φροντισει
να ειναι γενικα αδυνατη. Τη μερα εκεινη
ομως ενα καθαριστικο υγρο με μια ενδειξη
που θα μπορουσε να ειναι και νεκροκεφαλή
ξεχαστηκε στο τραπεζι της κουζινας.
Ολα
ειχαν παρει το δρόμο τους. Για εναν
αδυσωπητα προφανη λογο δεν εχυσα ουτε
ενα δακρυ.
Οχι,
δεν θα ειναι τελικα αυτος ο δικος μου
προορισμος, σκεφτηκα.
-Οχι,
δεν θα ειναι τελικα αυτος ο δικος μου
πγοογισμος, ειπα φωναχτα.
Το
κολπο με τις συνταξεις το δουλευα χρόνια
στο μυαλο μου. Τωρα οι συνθηκες ειχαν
ωριμασει για να το βαλω σε εφαρμογη.
Αλλά μόνη μου δεν θα μπορουσα.
Ξεκινησα
αποφασισμενη για το γραφειο τελετων
που βρισκοταν δυο στενα απ'το σπιτι και
οχι μόνο για να κανονισω τα της κηδειας.
Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012
Κεφάλαιο Ζ' (Θαλής ο Αμίλητος)
Με λενε
Θαλή και δε μιλαω πολυ. Μεγαλωσα στα
Πετραλωνα κι απο μικρος ξεσάλωνα. Στην
κιθαρα ημουν αυτοδιδακτος και μαλλον
αταλαντος. Στην Αταλάντη οπου περναω
τα καλοκαιρια ειμαι γνωστος για το
λογοπαιγνιακο χιουμορ μου. Απαντησα
στην αγγελία για το συγκρότημα γιατι
εγραφε ξεκαθαρα "Ζητειται κιθαριστας
ημιμαθης για πανκ συγκροτημα." Την
αγγελια την ειχε βαλει ο Τόνι ο ντραμερ
ο οποιος γραφει και τα κομματια. Τα
άλλα μέλη του γκρουπ ειναι:
-Ο Ζονκ ο
μπασιστας: Σιχαινεται τον Τονι απ'το
δημοτικο οπου ηταν συμμαθητες. Εχει
υψος κοντα στα δυο μετρα, βαρος κοντα
στα 130 κιλα, μυαλο κοντα στην παρανοια
και δυο μπροστινα δοντια πιο μακρυα
απ τα υπολοιπα. Τελευταια ακουει
Τζαζ. Θεωρει τις συνθεσεις του Τόνι
γελοιες και τις παιζει παντα αψογα
περιμενοντας στη γωνια οποιον απο μας
κανει το παραμικρο λαθακι για να μας
την πει. Φοβερος σπασαρχιδας κυριως
γιατι στις προβες δεν σταματαει ποτέ
να παιζει, ακομα και αναμεσα στα κομματια,
πραγμα που εκνευριζει τους υπολοιπους.
Ο λογος που παραμενει στο συγκροτημα
παρα τη θέληση του ειναι οτι ο μπασιστας
ειναι ο καλυτερος φιλος του μουσικού.
-Η
Μπλοφ δε Σκροφ, η δεύτερη κιθαριστας:
Ειναι πιο ασχετη απο μενα αλλά παιζει
παθιασμενα. Ειναι παντα ηρεμη και η πιο
ωριμη απ'ολους μας. Ειναι παντα καλοντυμενη
και καλοχτενισμενη, μια ευχαριστη
παραφωνια αναμεσα στα υπολοιπα τσακωμενα
με την αισθητικη μέλη της μπαντας.
Εχει παντα πανω της δυο-τρεις μπαφους
ετοιμους στριμμενους τοσο τέλεια που
νομιζεις οτι βγαινουν απο συγκεκριμενο
καλουπι, πραγμα αξιεπαινο για τα 16 της
χρόνια. Την φερνει στο στουντιο ο
πατερας της και μου ανεθετει να την
προσεχω και να την γυριζω σπιτι εγω.
Εχει απολυθει προσφατα απ'το φαστ φουντ
που δουλευε και ψαχνει δουλεια, οτιδηποτε.
Γκομενο δεν εχει απ'οσο μπορω να γνωριζω
ή ισως να μη θελει να το μαθω. Το εχει
καταλαβει οτι τη γουσταρω τρελά και
οταν ψυλλιαζεται οτι θελω να της το πω
-δηλαδη μετα απο καθε προβα κατω απ το
σπιτι της μολις κατεβαινει απ'τη μηχανη-
φευγει αμηχανα προσποιουμενη οτι θα
φωναζει ο μπαμπας.
Ο
Τονι εχει καθυστερησει γυρω στα τρια
τεταρτα της ωρας. Το συνηθισμενο
αυτο φαινομενο στις τελευταιες προβες,
μας εκνευριζει ολους και κυριως τον
Ζονκ ο οποιος δε μιλιεται. Εκτός απο
το σπαστικο της υποθεσης ειναι και το
οικονομικο. Η Μπλοφ
προβαρει τα κομματια στην κιθαρα. Εγω
δε μιλαω γιατι ειμαι ο Θαλής ο Αμίλητος.
Ο Τονι
μπηκε στο στουντιο κρατωντας θριαμβευτικα
μια μπυρα. Παραπατουσε και τα ρουχα του ηταν βρωμικα.
-Ρε μαλακες,
βαλανε ψυγειακι στο στουντιο! Δεν
χρειαζεται να τρεχουμε απο δω κι απο
κει, ειπε και καθησε στα ντραμς.
-Ποιο παμε?
Ειπε η Μπλοφ.
-Την
“Κατσαριδα πορνοσταρ”, ειπε ο Τονι και
χτυπησε με τη μπακετα τεσσερις γρηγορες
φορες το μισανοιχτο φιούτζι.
Οι βρωμικοι
ηχοι γεμισαν το στουντιο. Εβγαιναν
απ'τους ενισχυτες και τρώγαν τα μουτρα
τους στους τοιχους με το μονωτικο υλικο.
Κανονικα,
τα λογια μπαινουν κατ'ευθειαν στην
"Κατσαριδα". Χωρις περιττα ριφ
ή εστω ξερά ακορντα. Ο Τονι δεν
τραγουδησε με αποτελεσμα να μεινουν
μόνα τους στον αερα τα δευτερα φωνητικα
της Μπλοφ, η οποια κι αυτη ειπε τον πρωτο
στιχο και σταματησε να τραγουδα. Ο
Ζονκ τον αγριοκοιταξε χωρις να σταματησει
την μπασογραμμη. Παιζουμε μια γύρα
ακορντα περιμενοντας τον Τονι να μπει
εστω οταν ξαναγυρισουμε στο αρχικο
σημειο. ΟΚ, ετσι γινεται. Φτανουμε
μεχρι το ρεφρεν οπου ολοι μας λεμε
"Κατσαριδα!" και ο Τονι πρεπει να
πει "Πορνοσταρ!". Δεν το λεει.
Ο Ζονκ ξεκρεμαει το μπασο απο πανω του
και με δυο μεγαλα βηματα στεκεται μπροστα
στα ντραμς. Ειναι κοκκινος και μια
τεραστια φλεβα φουσκωνει στο μέτωπό
του.
-Ξεσκιζεται
με αλλον ρε μαλάκα, παρ'το αποφαση, μας
εχεις γαμησει! Εσυ κοιμασαι στα παγκακια
και στα νοσοκομεια ρε λουζερ κι αυτη η
ψώλα εχει δυο πουτσους αραπηδων στον
ξεχειλωμενο κωλο της καθε βραδυ! Και
τωρα που μιλαμε την χυνει στη μαπα ο
γκόμενός της ρε τελειωμενε κι αυτη τα
καταπινει με χαρα!
Για λιγα
δευτερολεπτα το μόνο που ακουγεται στο
στουντιο ειναι το χαμηλο τσιριγμα των
ενισχυτων.
Ο Τονι
χαμογελαει.
Εγω με τη
Μπλοφ δε Σκροφ πλησιαζουμε ενστικτωδως
το σκηνικο του πολέμου.
-Ξαναπιάσε
το μπασο σε παρακαλω, λεει ο Τονι.
Ο Ζονκ
παιρνει βαθεια ανασα, φτυνει μια ροχαλα
στη μοκετα και κανει ο,τι του λεει ο
Τονι.
Ακουγεται
και παλι το μετρημα στο φιούτζι.
Η “Κατσαριδα
Πορνοσταρ” ξαναρχιζει.
Αυτη τη
φορα το παιζουμε αψογα.
Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012
Κεφάλαιο ΣΤ' (Στου Πάρκου)
-Ποια εισαι εσυ?, λεει ο βλαμενος. Η ανασα του μυριζει μπυρα. Όχι τη χτεσινη, ανανεωμενη!
-Περασαμε σχεδον ολο το βραδυ
μαζι, του χαμογελαω και τον βοηθαω να σηκωθει.
-Καποιο λαθος κάνεις κοπελια. Αν
εχεις κανα τσιγαρο όμως είναι ευπροσδεκτο.
Οι αντρες ποτέ δεν μπορουν να
κοιταξουν διακριτικα μια γυναικα. Ετσι
κι αυτος αρχισε το σκαναρισμα από κατω προς τα πανω. Το βλέμμα του σταματησε αποτομα στο τσαντακι
μου, εκει απ’οπου εβγαζα τον καπνο μου.
-Μηπως αν με φανταστεις με στολη
νοσοκομας σου θυμιζω κατι?, επεμεινα.
-Ναι αμε! Μια τσοντα που ειχα δει
παλια με κατι νοσοκομες που κανανε κλισμα η μια στην άλλη, ειπε χωρις να
σηκωσει τα ματια του.
Κανονικα θα πρεπε να την κανω με
ελαφρά αλλά εξεπληξα τον εαυτο μου μενοντας και χαζογελωντας.
-Με λενε Ευη και ειχα εφημερια χθες όταν σε φερανε σηκωτο στο νοσοκομειο.
Με κοιταει για πρωτη φορα στο
προσωπο.
-Σε ειδα το πρωι που εφευγα, μου
λεει κουρασμενα και ταυτοχρονα με υφος παιδιου που φοβαται ότι θα το μαλωσουν. Αν το ξανακανει άλλη μια φορα θα φυγω
τρεχοντας. Δεν ειμαστε για μπλεξιματα σε
τετοιες εποχες.
-Παμε στο παρκο να αραξουμε σε
κανα παγκακι να μου πεις γιατι το κάνεις αυτό στον εαυτο σου. Κερναω μπυρες, τον δελεαζω.
-Και φουντουνια, απαιτει με
ωριμοτητα.
-Τη μεγαλη σακουλα!
Παρκο Ναυαρινου, παγκακι πανω
αριστερα όπως βλεπεις εσυ.
Μουσικη ψιλοαθλια ελληνικη
μιμητικη χιπ-χοπ από κατι πιτσιρικαδες που ασχολουνται με τα σκέιτ τους λιγο
πιο κατω.
Μυρωδια μπαφου αναμιγμένη με αναμνησεις
σκοτωμων και δακρυγονων.
-Σε εβαλα να με κερασεις μπυρες,
μόνο που δεν θυμαμαι τιποτα για να σου πω.
Σε κορόιδεψα και σε εκμεταλλευτηκα.
Θα με τιμωρησεις?, ειπε με το στομα γεματο φουντουνια.
-Θυμασαι αλλά δεν το ξερεις, λεω
με σιγουρια καθως πιανω τα μαλλια μου πισω λογω της κωλοζέστης.
-Πω ρε φιλε.. αυτά δε γουσταρω..
αυτά τα και καλα «ειμαι εμπειρη και διαβαζω τη σκεψη»!
-Δεν χρειαζεται να διαβασω
κανενος τη σκεψη. Τα λες μόνος σου όταν εισαι σε ημικωματωδη κατασταση. Εγω δεν εχω παρα να σε ηχογραφησω, του λεω
ενω ταυτοχρονα βγαζω το κινητο μου και το κουναω επιδεικτικα μπροστα στη μουρη
του.
-Μαλάκα.. αυτό δεν είναι κατι που
μπορει να αντιμετωπιστει αν δεν ειμαι οριζοντιωμένος!, μου λεει για πρωτη φορα
με ζωντανο βλεμμα.
Σαλιωνει το τσιγαρο, το αναβει με
τον αναπτηρα μου, ξαπλωνει στο παγκακι και ακουμπαει το κεφάλι του στα ποδια
μου, κλεινει τα ματια και περιμενει να πατησω το πλέι.
Η φωνη του ακουγοταν σαν από
πηγαδι. Καμια σχεση με την πραγματικη
του, καμια σχεση με καμια πραγματικη φωνη. Αργη και χαμηλη.
«…με βαλανε μεσα στην καννη του
κανονιου και αναψαν το φυτιλι … δεν ηταν επιλογη μου να βρεθω στον ουρανο … ειδικα
με ολους αυτους τους ιπταμενους μαλακες γυρω μου που δεν ειχα τροπο να αντιμετωπισω … μεχρι
που τη συναντησα … κι αυτη αγριμι ... δεν ειχε κρατησει αλλη φορα χερι οπως κρατησε το δικο μου ... τσακωνομασταν για τις ταινιες που αυτης της αρεσαν κι εμενα με
καναν να φρικαρω … ειχε τη δυνατοτητα να γινεται μικροσκοπικη και να με
προστατευει στα σιχαμενα μιτινγκ … μου το χε μαθει κι εμενα και ετσι μπορουσαμε
να πεταμε μαζι ψηλοτερα απ τους αλλους ... χωρις να φοβομαστε πια … ειχαμε γελασει πολύ … ειχαμε ακουσει
μουσικη πολλη ... ειχαμε κλαψει με λυγμους μαζι … χαζευαμε ο
ενας τον αλλον … η φωνη της ηταν τσιριχτη … τις νυχτες την κρατουσα κι αυτή ξυπνουσε αγχωμενη γιατι δεν ηθελε να χανει χρονο μαζι μου με
ηλιθιους υπνους … ηταν ομορφη ... ηταν σνομπ ... εκανε βλακειες ... εκανα βλακειες … με εδιωξε ... την εδιωξα … δεν την παλευω να πεφτω μονος μου…» μετα κενο.
-Εκει ξαναπεσες ξερος, του ειπα
κλεινοντας το κινητο.
Το τσιγαρο του
ειχε σβησει. Του σκουπισα τα
δακρυα.
-Δωσε μου παλι αναπτηρα, ειπε.
Του ξαναναψα. Τι μαλακισμενη ζέστη, σκεφτηκα.
Του ξαναναψα. Τι μαλακισμενη ζέστη, σκεφτηκα.
Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012
Κεφάλαιο Ε' (Μια προκαθορισμενη συναντηση)
Παραπατάω στη Μεσολογγίου, εκει
που τα τεράστια ΑΕΚτζίδικα γκραφιτι στους τοιχους συνυπαρχουν αρμονικά βίαια με
τα αναρχικα συνθηματα και κάθε φορά που με παιρνουν ειδηση με παρενοχλουν
ψυχολογικώς, ψιθυρίζοντάς μου απροκάλυπτα ότι ακομα και σε επιπεδο παραμυθιάσματος
την πουτσισα. Ετσι κι αλλιως, όταν σου
μιλανε τα γκράφιτι την εχεις πουτσισει, τους απανταω.
Στα αυτια μου ακομα φρεσκο το
αισιοδοξο σχεδιο της μυστηριωδους γυναικας με το βέλο. Βασικα δεν ειχα καταλαβει και πολλά διοτι το
πρόβλημα άγθγωσής της με αποσυντόνιζε και τυχαινει να βγισκομαι σε μια φαση της
ζωης μου που δεν χγειά.. ξεκολλα! δεν χρειαζεται να καταβάλω ιδιαιτερη
προσπαθεια για να αποσυντονιστω. Ο
ενθουσιασμος με τον οποιο υποδεχόταν ο Αγης την κάθε λεπτομερεια της κατάστρωσης του σχεδίου και αντιστοιχα η
απαθεια του απορροφημένου απ’ τις δουλειες αδελφού του, μπερδευαν ακομα
περισσοτερο τα δεδομένα. Ως θετικη
αναμνηση καταγραφεται στο μυαλο μου η τελευταια φράση της χαροκαμμενης γυναικας
όταν με συνομωτικο τόνο (γιατι αραγε σε έναν τετοιο εργασιακο χωρο?) σήκωσε το
κουτακι της μπυρας για πρόποση και ειπε «…εμεις όμως τοτε θα ειμαστε ηδη στη
Βγαζιλία!»
«Εκπληκτικο! Ειμαι μεσα», ειπε ο
Αγης με υφος ανθρωπου που ξαφνικα η ζωη του απεκτησε νόημα., «Κυρια μου, χαρη
σε σας η ζωη μου ξαφνικα απεκτησε νοημα», συνεχισε.
«Εκπληκτικό! Όλα μέσα», ειπε και
ο Αρης δαγκώνοντας τα χείλη του διχως να σηκωσει τα ματια του από την οθονη του
υπολογιστη.
«…! ………..?» Ειπα κι εγω με τη
σειρα μου και ηπιαμε ολοι μαζι με επισημοτητα.
Ενας καινουριος κοσμος
εμφανιζοταν μπροστα μας, αν καταλαβα καλα.
Μπορει και όχι αλλά απ’την άλλη…
-Ανηρ αγνωστων στοιχειων!, διακοπτει
τις σκεψεις μου μια γυναικεια φωνη.
Τιναζομαι στον αερα και προσγειωνομαι ατσαλα στο πεζοδρομιο. Η αντίδρασή μου θυμιζει οδηγο νεκροφόρας που
ξαφνικα νιωθει χτυπημα στην πλατη.
Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012
Κεφάλαιο Δ' (Αγης και Αρης)
Στο νοικοκυρεμενο γραφείο του Αρη, ακουγοταν απ'τα φτηνα ηχειακια του λαπτοπ διακριτικα η Τοκατα και Φουγκα του Μπαχ. Στο διπλανο γραφειο ενα τσιγαρο σχεδον ολοκληρο εκαιγε στο τασακι και ενας φραπές απ'τον οποιο ελειπαν μολις μια-δυο γουλιες υποδηλωναν οτι ο Αγης ειχε φυγει εσπευσμένα για το καθιερωμενο πρωινο χεσιμο.
Ο Αρης βρισκοταν στην κορυφωση της δρασης μιας σημαντικης αισθησιακης ταινιας.
Παω να μιλησω αλλά με
προλαβαινει μια κυρια με βέλο:
-Ειστε ο κυγιος Αγης
Ποιμενοπουλος?
-Βεβαιως, πεταγεται ο
Αγης φανερα ανακουφισμενος, ειχατε 50% πιθανοτητες να το πετυχετε
και το πετυχατε. Ειναι η τυχερη σας μερα.
-Το χιουμογ σας ειναι
κγυο, άκυγο και άκαιγο κυγιε Αγη
Ποιμενόπουλε, δυσανασχετησε το βέλο.
-Εχετε δικιο, επενεβη
ο Αρης και χαμηλωσε τα ματια κυριως για
να πατησει pause στην τσοντα. Και ποιο
παιχνιδι της μοιρας σας φερνει ξανα στο
φιλοξενο γραφειο μας κυρια μου?
Το βελο χαμηλωνει με
αξιοπρεπεια. -Ο πατέρας. (κενο). Μας
εγκατελειψε (πιο πολυ κενο). Για το μεγαλο
ταξιδι. (δυνατο ρεψιμο) (ολα τα βλεμματα
γυρνουν προς το μερος μου με αξιοζηλευτο
συγχρονισμο).
Τα δεδομενα δειχνουν
με ακριβεια εμενα ως ιδιοκτητη του
ρεψιματος. Αισθανομαι την αναγκη να
μιλησω.
-Υπαρχει καμια μπυριτσα
ρε κωλοτρυπίδες? αστραψε το κουρασμενο
μου χαμογελο κατω απ την ταμπελα του
Γραφειου Τελετων.
-Φυγε απο δω ρε πρεζακι!
προσπαθησαν με μια φωνη να κρυψουν το
χάλι κατω απ'το χαλί οι αφοι Ποιμενοπουλοι.
Μα εκει που ολα εμοιαζαν
χαμενα βρηκα εναν αναπαντεχο συμμαχο.
-Μην κανετε πως δεν τον
γνωγιζετε, ειπε το βελο, βγαλτε μου κι
εμενα μια μπυγα και παλουκωθειτε. Εχουμε
πολλα να συζητησουμε.
Κεφάλαιο Γ' (Εγώ?)
Οταν χτυπησει το κουδουνι σου τα ξημερωματα ενα ειναι σιγουρο: Οτι δεν θα ειναι ο γαλατας. Αυτο συμβαινει διοτι 40 χρονια που θυμαμαι τον εαυτο μου δεν εχει γινει ποτέ κατι τετοιο και δεν υπαρχει η παραμικρη αιτία για να συμβει τωρα. Εχω την εντυπωση δε οτι δεν υπαρχουν πια γαλαταδες. Ειναι ολοι νεκροι.
Βασικα, ουτε το κουδουνι ηταν που με ξυπνησε. Ουτε καν η απουσία σου και η απουσία μου που πλεον κανουν ωραιο ζευγαρι. Οταν με το καλο πεθανουν θα τις παρουμε και τις δυο μαζι και θα τις βαλουμε σε εναν ταφο με ωραια αρχιτεκτονικη να πηγαινουμε να τις επισκεπτομαστε, να ζουμε να τις θυμομαστε. Αρκει να ειμαστε μαζι.
Δε με ξυπναει τιποτα πια, τουλαχιστον οχι περισσοτερο απο το να με κανει να αλλαξω πλευρο και να ξανακοιμηθω. Εκτός απο τις μερες που ξυπναω στα ασπρα.
Τραβαω με δυναμη την πεταλουδα απ' το χερι μου προσθετοντας μια κοκκινη πινελια στο μονοτονο σκηνικο, παραμεριζω το ασπρο σεντονι. Ειμαι ντυμενος ευτυχως. Η αποξενωση του 21ου αιωνα εχει και τα καλα της γιατι δεν μου δινει κανείς σημασια. Ακομα και η νοσοκομα που συνανταω με την ακρη του ματιου μου οταν βγαινω απ την πορτα του δωματιου, με κοιταζει αδιαφορα. Της κλεινω το ματι προσποιουμενος γοητευτικο ηρωα του Μπουκοφσκι. Σε λιγα δευτερολεπτα αναπνεω ανακουφισμενος το καυσαεριο της μεγαλουπολης. Ζαλιζομαι. Ευτυχως το περιπτερο ειναι κοντα. Παιρνω δυο μπυρες, πινω τη μια μονορουφι και ανοιγω την επομενη για να την απολαυσω.
Τραβαω με δυναμη την πεταλουδα απ' το χερι μου προσθετοντας μια κοκκινη πινελια στο μονοτονο σκηνικο, παραμεριζω το ασπρο σεντονι. Ειμαι ντυμενος ευτυχως. Η αποξενωση του 21ου αιωνα εχει και τα καλα της γιατι δεν μου δινει κανείς σημασια. Ακομα και η νοσοκομα που συνανταω με την ακρη του ματιου μου οταν βγαινω απ την πορτα του δωματιου, με κοιταζει αδιαφορα. Της κλεινω το ματι προσποιουμενος γοητευτικο ηρωα του Μπουκοφσκι. Σε λιγα δευτερολεπτα αναπνεω ανακουφισμενος το καυσαεριο της μεγαλουπολης. Ζαλιζομαι. Ευτυχως το περιπτερο ειναι κοντα. Παιρνω δυο μπυρες, πινω τη μια μονορουφι και ανοιγω την επομενη για να την απολαυσω.
Μια αντιλοπη περιμενει να αναψει ο πρασινος σηματοδοτης για τους ρομαντικους και διασχιζει με προσοχη το δρομο. Ενας ταριφας παρακολουθει αδιάκριτα τον εντυπωσιακο της κωλο να λικνιζεται σε καθε της βημα. Τισαισυ παιδι μου? στο τελος της φωναζει. Κι αυτη κουναει το αυτι της απο αμηχανια.
Σκεφτομαι να παω στα παιδια, στον Αρη και τον Αγη για καμια μπυριτσα. Αν κρινω βεβαια απ'το γεγονος οτι ποτέ δεν τους πετυχαινω πια στο τηλεφωνο, πρεπει να πνιγονται στη δουλεια αλλά παντα θα εχουν λιγο χρονο για τον παιδικο τους φιλο, του πουστη.
Σκεφτομαι να παω στα παιδια, στον Αρη και τον Αγη για καμια μπυριτσα. Αν κρινω βεβαια απ'το γεγονος οτι ποτέ δεν τους πετυχαινω πια στο τηλεφωνο, πρεπει να πνιγονται στη δουλεια αλλά παντα θα εχουν λιγο χρονο για τον παιδικο τους φιλο, του πουστη.
Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012
Κεφάλαιο Β' (Αυτή)
Η ζωη ειναι γεματη μικρους θανατους καποιοι απ τους οποιους κανουν τον βιολογικο θανατο να φαινεται αθωο γατακι.
Τα βλεπω καθε μερα στη δουλεια μου. Οχι οτι ηθελα να γινω ποτέ νοσηλευτρια αλλά οπως οι περισσοτεροι θα εχετε λιγο πολυ καταλαβει, μια μερα ξυπνας και εισαι κατι. Κατι που ισοπεδωνει ολες τις αλλες σου ιδιοτητες, που κανεναν ποια αυτες δεν ενδιαφερουν και σιγα σιγα ουτε εσενα.
Ετσι κι εγω ειμαι η νοσοκομα, η αδελφη, η κοπελιά και οπως αλλιως με φωναζουν οι κωλογεροι και οι γριες τους.
Καμια φορά οι αναμνησεις παιρνουν μορφη χιονοστιβαδας και μου την πεφτουν ολες μαζι. Ξεκινουν απ'το χωριο, απ'τον καριολη τον πατερα μου και τα οχι και τοσο πατρικα χαδια του, παίρνουν μαζι τους τη φίλη μου την Κλαιρη και τα οχι και τοσο φιλικα χαδια μας και μετα περνούν απ'το νεκροταφειο και τον ταφο της Κλαιρης λιγα μετρα πιο κει απ'αυτον της μανας μου. Οταν η χιονοστιβαδα μεγαλωνει αρκετα
της κανει οτοστοπ ο γαμος μου, η μυρωδια αλκοολ απ τα χνωτα του, τα σημαδια του στο σωμα μου, το "παω για τσιγαρα", το ΚΤΕΛ για Αθήνα και το Ευη η νοσοκομα. Μια ιστορια τοσο προβλεψιμη που οποιοσδηποτε συγγραφεας που σεβεται τον εαυτο του θα την απερριπτε χωρις δευτερη σκεψη.
Οταν οι αναμνησεις πλησιαζουν απειλητικα το καταφυγιο της νεας μου μιζεριας νιωθω το ειδος της ασφυξιας που μόνο εναν τροπο εχω βρει ολα αυτα τα χρονια για να την αντιμετωπισω: Χωνομαι στο κοντινοτερο μερος που δεν μπορει να με ενοχλησει καποιος, βαζω το χερι μου μεσα απ το εσώρουχό μου και τριβω δυνατα την κλειτοριδα μου για καμποσα δευτερολεπτα μεχρι να τελειωσω. Μετα παιρνω βαθεια ανασα και συνεχιζω απαλλαγμενη τη ζωη μου απ'το σημειο που την αφησα.
Παλι εφεραν τα ξημερωματα το τυπακι που την πρωτη φορα ειχαμε αναγκαστει να βαλουμε στο κρεβατι του το ταμπελακι "Ανηρ αγνώστων στοιχείων"
Κεφάλαιο Α' (Αυτός)
Προσπαθω να φερω το ποτηρι στα χειλη μου. Σαν ιδεα ειναι καλη και αρκετα δοκιμασμενη αν και για καποιο λογο το πραγμα εχει δυσκολεψει.
Οταν τελικα το περιεχομενο του ποτηριου ερχεται σε επαφη με την πληγη μου, θυμαμαι πραγματα που εδω και καιρο θα πρεπε να βρισκονται οπουδηποτε αλλού εκτός απο το κεφαλι μου.
Ποναει το μυαλο μου με οξυ επιβλητικο πονο. Η πιο μαστουρικη μουσικη του κοσμου δεν μπορει να απαλυνει αυτον τον πονο. Προσπαθει ομως. Βγαινει απ'τα κρεμασμενα στον τοιχο ηχεια και καταληγει στα αυτια μου και μόνο.
Σου πιανω το χερι. Ξεκινας να μου πεις αυτα που θελω να ακουσω.
Ερχεται παλι. Ειναι παχυρευστο και μαύρο.
Πρωτα καλυπτει μια παρεα που μεχρι πριν λιγο θορυβουσε γελωντας και που τωρα αλλοιώνεται απο ενα ηχητικο εφε βουβαμαρας.
Μετά καλυπτει το ζευγαρι δίπλα μου που μοιαζει ομως μεσα στην καύλα του να μη δινει σημασια.
Μετά το νιώθω πανω μου.
Γαμαει καθε τετραγωνικο χιλιοστό του κορμιου μου εξωτερικα και εσωτερικα, το καθενα ξεχωριστα και ολα μαζι.
Πληρωνω οσο προλαβαινω και μαζευω τις δυναμεις που μου απομενουν για να εφαρμοσω το μεγαλοπνοο σχέδιό μου: Περπατημα αναμεσα σε κοσμο με προορισμο την πορτα του μπαρ.
Ξυπνησα στα ασπρα.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
