Ανοιγω
τα ματια ενοχλημενος. Στο δώμα μπαινει
ενα αμυδρο φως απο τη λαμπα της ΔΕΗ. Οι
γρυλιες κανουν το σωμα της ασπρομαυρο
ριγέ. Συνηθιζω το μισοσκοταδο. Φοραει
μόνο το γνωριμο αυστηρο υφος και το
εσώρουχό της. Θελω να την αγγιξω αλλά
συνειδητοποιω οτι τα χερια μου ειναι
δεμενα. Ενας ενδιαφερων τρομος με
κυριευει. Σκυβει επανω μου. Τα μαλλια
της με χαϊδευουν και το στηθος της
κρεμεται μπροστα στο πρόσωπό μου. Σχεδον
ακουμπαει με αυτο τα χειλη μου. Ανοιγω
το στομα μου. Με χαστουκιζει δυνατα στο
μαγουλο και τραβιεται μακρυα. “Μονο
θα βλεπεις”, μου λεει. Ενα σχεδον παιδικο
βογγητο μου ξεφευγει. Χωνει τα δάχτυλά
της μεσα απ'το κιλοτακι της για λιγα
δευτερολεπτα δειχνοντας στιγμιαια ευαλωτη
και μετα τα βαζει βασανιστικά αργα
βαθεια στο στομα της, κοιτωντας με τα μεγαλα της ματια. Την θελω οπως την
θελησα την πρωτη φορά. Σκυβει ξανα, αυτη
τη φορα στο στηθος μου. Φιλαει και
γλειφει τη ρωγα μου. Τη δαγκωνει δυνατα.
Η καύλα μετατρεπεται σε πόνο ή το
αντιθετο. Ουρλιαζω τη στιγμη που χυνω.
Σηκωνεται και γελαει ενω απ'το στομα
της τρεχουν αιματα.
Ξυπναω
ιδρωμενο δεκαπενταχρονο μετα απο
ονειρωξη. Η ωρα ειναι δυο το μεσημερι,
η μερα και ο μηνας δεν ξερω. Κοιταζω τον
καθρεφτη και αισθανομαι την αναγκη να
συστηθω στον χιπη απέναντί μου. Τα
μαλλια μου ειναι μακρια και εχω μουσια.
“Θες κουρεμα”, θα ηταν η πρωτη της
κουβεντα αν μ'εβλεπε. Βρωμαω. Μπαινω
στο μπανιο σαν τις βιασμενες στις
ταινιες.
Ο
Σίβα που κανείς δεν ηξερε το πραγματικο
του ονομα, ειχε ψησει τον πατερα του
στην Ινδια να πουλησουν ο,τι ειχαν και
δεν ειχαν για να πληρωσει τον δουλεμπορο
που θα τον περναγε στην Ευρωπη. Για εφτα
χρονια περιπλανιοταν στο κεντρο της
Αθηνας κανοντας “δουλειες” για εργοδοτες
που δεν γνωρισε ποτέ. Τα τελευταια δυο
χρονια καταφερε και ανοιξε σαλόν ντε
κουαφίγ στα Πατησια. Αρχισε να στελνει
τα πρωτα χρηματα στον γέρο του, γεγονος
που του εδωσε το θαρρος να επικοινωνησει
και τηλεφωνικα μαζι του. Οι βλαστημιες
και οι καταρες που ακουστηκαν απο το
αλλο ακρο της γραμμης δεν μπορουν να
αποδωθουν. Σε γενικες γραμμες ομως ο
Σιβα καταλαβε οτι μολις με το καλο
επεστρεφε στην μακρινη πατριδα, ο πατερας
του θα του'κοβε το πεος του σε λεπτες
φετες, θα το εριχνε στο τηγανι και θα
του το προσφερε να το φαει με καθε
επισημοτητα για να γιορτασουν τη μεγαλη
επιστροφη.
-Το
γκνωστο? λεει ο Σίβα.
-Και
πιο κοντο ακομα, απανταω ξεφυλλιζοντας
το περιοδικο “Βυζάρες” που προοριζοταν
για να κανει την αναμονη των πελατων
εποικοδομητικα ευχαριστη.
-Σιβα,
εσυ που ξερεις απο ονειρα, τι σημαινει
αμα δεις αιμα στον υπνο σου?, ρωτησα
σοβαρα.
-Καποιος
κλεβει ντύναμη σου Τονι, ειπε ο Σιβα,
αλλά μεταξυ μας αυτα μαλακιες. Θεμα
ειναι μη δει αιμα στο ξυπνιο του.
-Εισαι
σωστος φιλε, λεω θαυμαζοντας το
μισοξυρισμενο μου κεφαλι στον καθρεφτη.
Θα μου ριξεις κι ενα ξυρισματακι ε?
-Οπως
παντα Τονι... Να αφησει μουσακι Μπλανκο?
-Ξυνεις
πληγες ατιμε Ινδέ αλλά ναι, να αφησει.
Γελασαμε
και οι δυο.
Ο κροτος ακουστηκε την ωρα που του δινα τα πεντε ευρω και συγκεκριμενα τη στιγμη που αναρωτιομουν αν πρεπει να του ζητησω αποδειξη για να συμβαλλω στη σωτηρία της πατριδας. Ολη η τζαμαρια εγινε μικρα μικρα κομματακια και κατεληξε στο πατωμα και στο πεζοδρομιο. Επειτα μπηκαν μεσα πεντε κοθωνια με κρανη και μαυρες μπλουζες και αρχισαν να βριζουν τον Σίβα που προσπαθουσε με απεγνωσμενες κινησεις των χεριων του να αποτρεψει μεγαλυτερο κακο. Οι δυο χτυπανε με ροπαλα των Σίβα και οι υπολοιποι βριζουν εμενα επειδη πηγα να κουρευτω σε “αλλοδαπο”. Με κολλανε στον παγκο και με κλωτσανε. Φοβαμαι πολυ χωρις να ποναω ιδιαιτερα αλλά ευτυχως υπαρχει και το ενστικτο. Καταφερνω και πιανω πισω απ την πλατη μου τη λεπιδα του ξυρισματος και με μια αποτομη κινηση την καρφωνω στην κοιλια του ενος φασιστα. Φανταζομαι το έκπληκτό του βλεμμα μεσα απ το κρανος του. Του το βγαζω και τον φωτογραφιζω με τα ματια μου. Ξερω οτι δεν θα τον ξεχασω ποτέ. Του παιρνω το ροπαλο πριν πεσει στο πατωμα και αφηνιασμενος κοπαναω οποιο γουρουνι βρισκεται κοντα μου. Παιρνουν τον τραυματια τους και φευγουν φωναζοντας και απειλωντας.
Καποιοι
περαστικοι κοντοστεκονται περιεργοι.
Οι περισσοτεροι περπατουν χωρις καν
να γυρισουν το κεφαλι τους προς το μερος
μας. Δεν υπαρχει τιποτα πιο επικινδυνο
απ'τους φιλησυχους πολιτες.
Ο
Σίβα αιμοφυρτος και ξαπλωμενος στο
πατωμα με κοιταζει εξαπολύοντας ενα
εκατομμυριο αναπαντητα “γιατι”. Απο
πανω του η σύντροφός του που στο μεταξυ
εχει βγει απ το πισω δωματιο, κλαιει με
τα δυο της χερια ψηλα να προσπαθουν να
αγγιξουν το θεο της.
Ειχες
δικιο φιλε, το θεμα ειναι να μη δεις αιμα
στο ξυπνιο σου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου