-Ποια εισαι εσυ?, λεει ο βλαμενος. Η ανασα του μυριζει μπυρα. Όχι τη χτεσινη, ανανεωμενη!
-Περασαμε σχεδον ολο το βραδυ
μαζι, του χαμογελαω και τον βοηθαω να σηκωθει.
-Καποιο λαθος κάνεις κοπελια. Αν
εχεις κανα τσιγαρο όμως είναι ευπροσδεκτο.
Οι αντρες ποτέ δεν μπορουν να
κοιταξουν διακριτικα μια γυναικα. Ετσι
κι αυτος αρχισε το σκαναρισμα από κατω προς τα πανω. Το βλέμμα του σταματησε αποτομα στο τσαντακι
μου, εκει απ’οπου εβγαζα τον καπνο μου.
-Μηπως αν με φανταστεις με στολη
νοσοκομας σου θυμιζω κατι?, επεμεινα.
-Ναι αμε! Μια τσοντα που ειχα δει
παλια με κατι νοσοκομες που κανανε κλισμα η μια στην άλλη, ειπε χωρις να
σηκωσει τα ματια του.
Κανονικα θα πρεπε να την κανω με
ελαφρά αλλά εξεπληξα τον εαυτο μου μενοντας και χαζογελωντας.
-Με λενε Ευη και ειχα εφημερια χθες όταν σε φερανε σηκωτο στο νοσοκομειο.
Με κοιταει για πρωτη φορα στο
προσωπο.
-Σε ειδα το πρωι που εφευγα, μου
λεει κουρασμενα και ταυτοχρονα με υφος παιδιου που φοβαται ότι θα το μαλωσουν. Αν το ξανακανει άλλη μια φορα θα φυγω
τρεχοντας. Δεν ειμαστε για μπλεξιματα σε
τετοιες εποχες.
-Παμε στο παρκο να αραξουμε σε
κανα παγκακι να μου πεις γιατι το κάνεις αυτό στον εαυτο σου. Κερναω μπυρες, τον δελεαζω.
-Και φουντουνια, απαιτει με
ωριμοτητα.
-Τη μεγαλη σακουλα!
Παρκο Ναυαρινου, παγκακι πανω
αριστερα όπως βλεπεις εσυ.
Μουσικη ψιλοαθλια ελληνικη
μιμητικη χιπ-χοπ από κατι πιτσιρικαδες που ασχολουνται με τα σκέιτ τους λιγο
πιο κατω.
Μυρωδια μπαφου αναμιγμένη με αναμνησεις
σκοτωμων και δακρυγονων.
-Σε εβαλα να με κερασεις μπυρες,
μόνο που δεν θυμαμαι τιποτα για να σου πω.
Σε κορόιδεψα και σε εκμεταλλευτηκα.
Θα με τιμωρησεις?, ειπε με το στομα γεματο φουντουνια.
-Θυμασαι αλλά δεν το ξερεις, λεω
με σιγουρια καθως πιανω τα μαλλια μου πισω λογω της κωλοζέστης.
-Πω ρε φιλε.. αυτά δε γουσταρω..
αυτά τα και καλα «ειμαι εμπειρη και διαβαζω τη σκεψη»!
-Δεν χρειαζεται να διαβασω
κανενος τη σκεψη. Τα λες μόνος σου όταν εισαι σε ημικωματωδη κατασταση. Εγω δεν εχω παρα να σε ηχογραφησω, του λεω
ενω ταυτοχρονα βγαζω το κινητο μου και το κουναω επιδεικτικα μπροστα στη μουρη
του.
-Μαλάκα.. αυτό δεν είναι κατι που
μπορει να αντιμετωπιστει αν δεν ειμαι οριζοντιωμένος!, μου λεει για πρωτη φορα
με ζωντανο βλεμμα.
Σαλιωνει το τσιγαρο, το αναβει με
τον αναπτηρα μου, ξαπλωνει στο παγκακι και ακουμπαει το κεφάλι του στα ποδια
μου, κλεινει τα ματια και περιμενει να πατησω το πλέι.
Η φωνη του ακουγοταν σαν από
πηγαδι. Καμια σχεση με την πραγματικη
του, καμια σχεση με καμια πραγματικη φωνη. Αργη και χαμηλη.
«…με βαλανε μεσα στην καννη του
κανονιου και αναψαν το φυτιλι … δεν ηταν επιλογη μου να βρεθω στον ουρανο … ειδικα
με ολους αυτους τους ιπταμενους μαλακες γυρω μου που δεν ειχα τροπο να αντιμετωπισω … μεχρι
που τη συναντησα … κι αυτη αγριμι ... δεν ειχε κρατησει αλλη φορα χερι οπως κρατησε το δικο μου ... τσακωνομασταν για τις ταινιες που αυτης της αρεσαν κι εμενα με
καναν να φρικαρω … ειχε τη δυνατοτητα να γινεται μικροσκοπικη και να με
προστατευει στα σιχαμενα μιτινγκ … μου το χε μαθει κι εμενα και ετσι μπορουσαμε
να πεταμε μαζι ψηλοτερα απ τους αλλους ... χωρις να φοβομαστε πια … ειχαμε γελασει πολύ … ειχαμε ακουσει
μουσικη πολλη ... ειχαμε κλαψει με λυγμους μαζι … χαζευαμε ο
ενας τον αλλον … η φωνη της ηταν τσιριχτη … τις νυχτες την κρατουσα κι αυτή ξυπνουσε αγχωμενη γιατι δεν ηθελε να χανει χρονο μαζι μου με
ηλιθιους υπνους … ηταν ομορφη ... ηταν σνομπ ... εκανε βλακειες ... εκανα βλακειες … με εδιωξε ... την εδιωξα … δεν την παλευω να πεφτω μονος μου…» μετα κενο.
-Εκει ξαναπεσες ξερος, του ειπα
κλεινοντας το κινητο.
Το τσιγαρο του
ειχε σβησει. Του σκουπισα τα
δακρυα.
-Δωσε μου παλι αναπτηρα, ειπε.
Του ξαναναψα. Τι μαλακισμενη ζέστη, σκεφτηκα.
Του ξαναναψα. Τι μαλακισμενη ζέστη, σκεφτηκα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου