Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Κεφάλαιο Β' (Αυτή)

Η ζωη ειναι γεματη μικρους θανατους καποιοι απ τους οποιους κανουν τον βιολογικο θανατο να φαινεται αθωο γατακι.
Τα βλεπω καθε μερα στη δουλεια μου.  Οχι οτι ηθελα να γινω ποτέ νοσηλευτρια αλλά οπως οι περισσοτεροι θα εχετε λιγο πολυ καταλαβει, μια μερα ξυπνας και εισαι κατι.  Κατι που ισοπεδωνει ολες τις αλλες σου ιδιοτητες, που κανεναν ποια αυτες δεν ενδιαφερουν και σιγα σιγα ουτε εσενα.
Ετσι κι εγω ειμαι η νοσοκομα, η αδελφη, η κοπελιά και οπως αλλιως με φωναζουν οι κωλογεροι και οι γριες τους.
Καμια φορά οι αναμνησεις παιρνουν μορφη χιονοστιβαδας και μου την πεφτουν ολες μαζι.  Ξεκινουν απ'το χωριο, απ'τον καριολη τον πατερα μου και τα οχι και τοσο πατρικα χαδια του, παίρνουν μαζι τους τη φίλη μου την Κλαιρη και τα οχι και τοσο φιλικα χαδια μας και μετα περνούν απ'το νεκροταφειο και τον ταφο της Κλαιρης λιγα μετρα πιο κει απ'αυτον της μανας μου.  Οταν η χιονοστιβαδα μεγαλωνει αρκετα
της κανει οτοστοπ ο γαμος μου, η μυρωδια αλκοολ απ τα χνωτα του, τα σημαδια του στο σωμα μου, το "παω για τσιγαρα", το ΚΤΕΛ για Αθήνα και το Ευη η νοσοκομα.  Μια ιστορια τοσο προβλεψιμη που οποιοσδηποτε συγγραφεας που σεβεται τον εαυτο του θα την απερριπτε χωρις δευτερη σκεψη.
Οταν οι αναμνησεις πλησιαζουν απειλητικα το καταφυγιο της νεας μου μιζεριας νιωθω το ειδος της ασφυξιας που μόνο εναν τροπο εχω βρει ολα αυτα τα χρονια για να την αντιμετωπισω: Χωνομαι στο κοντινοτερο μερος που δεν μπορει να με ενοχλησει καποιος, βαζω το χερι μου μεσα απ το εσώρουχό μου και τριβω δυνατα την κλειτοριδα μου για καμποσα δευτερολεπτα μεχρι να τελειωσω.  Μετα παιρνω βαθεια ανασα και συνεχιζω απαλλαγμενη τη ζωη μου απ'το σημειο που την αφησα.

Παλι εφεραν τα ξημερωματα το τυπακι που την πρωτη φορα ειχαμε αναγκαστει να βαλουμε στο κρεβατι του το ταμπελακι "Ανηρ αγνώστων στοιχείων"

Κεφάλαιο Α' (Αυτός)

Προσπαθω να φερω το ποτηρι στα χειλη μου.  Σαν ιδεα ειναι καλη και αρκετα δοκιμασμενη αν και για καποιο λογο το πραγμα εχει δυσκολεψει.
Οταν τελικα το περιεχομενο του ποτηριου ερχεται σε επαφη με την πληγη μου, θυμαμαι πραγματα που εδω και καιρο θα πρεπε να βρισκονται οπουδηποτε αλλού εκτός απο το κεφαλι μου.
Ποναει το μυαλο μου με οξυ επιβλητικο πονο.  Η πιο μαστουρικη μουσικη του κοσμου δεν μπορει να απαλυνει αυτον τον πονο.  Προσπαθει ομως.  Βγαινει απ'τα κρεμασμενα στον τοιχο ηχεια και καταληγει στα αυτια μου και μόνο. 
Σου πιανω το χερι.  Ξεκινας να μου πεις αυτα που θελω να ακουσω.
Ερχεται παλι.  Ειναι παχυρευστο και μαύρο.
Πρωτα καλυπτει μια παρεα που μεχρι πριν λιγο θορυβουσε γελωντας και που τωρα αλλοιώνεται απο ενα ηχητικο εφε βουβαμαρας.
Μετά καλυπτει το ζευγαρι δίπλα μου που μοιαζει ομως μεσα στην καύλα του να μη δινει σημασια.
Μετά το νιώθω πανω μου. 
Γαμαει καθε τετραγωνικο χιλιοστό του κορμιου μου εξωτερικα και εσωτερικα, το καθενα ξεχωριστα και ολα μαζι.
Πληρωνω οσο προλαβαινω και μαζευω τις δυναμεις που μου απομενουν για να εφαρμοσω το μεγαλοπνοο σχέδιό μου: Περπατημα αναμεσα σε κοσμο με προορισμο την πορτα του μπαρ.
Ξυπνησα στα ασπρα.