Ειχε ερθει μια φορά, παλια,
υποτιθεται για να ξετσιμεντώσει το μυαλο της παριστάνοντας ότι κοιταζει τη
θαλασσα. Προφανως και δεν περιμενε να
μεινει τοσα χρόνια σ’αυτό το βρωμικο λιμανι, ποσο μαλλον ότι θα ξεχνουσε τους
κωδικους.
Μια μερα περπαταγε καπως
αφηρημενη –παιζοντας μηχανικα αυτό το παιχνιδι που προσπαθεις να αποφυγεις τις
νοητες πατημασιες των αλλων- όταν ηρθε αντιμετωπη με τη σιχαμενη αισθηση του
πατηματος φρεσκιας κουραδας. Πριν
προλαβει ομως να αντιμετωπισει την εμετοφοβία της, δεύτερες σκεψεις περασαν κατω
απ’το το φθαρμενο τακουνι της: Δεν ηταν
κουραδα μαγκα μου αυτή κατω απ’το παπουτσι της, το μυαλο της ηταν. Φρεσκοχυμενο, αναμεσα σε αποτσίγαρα και μαυρα
σημαδια από τσίχλες, εδόξαζε την ελευθερία του με χαριτωμενες κινησεις τυπου
φρουι ζελε σε τηλεοπτικη διαφημιση.
Καιρος να την κανουμε από
δω, ειπε χωρις καν να το σκεφτει. Πώς θα
μπορουσε αλλωστε?